Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

foot warmer


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο warmer παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: foot
Σε αυτή τη σελίδα: warmer, warm

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warmer adj (temperature: more warm)πιο ζεστός περίφρ
  πιο θερμός περίφρ
  θερμότερος, ζεστότερος επίθ
 According to the forecast, the weather will be warmer tomorrow.
warmer adj figurative (more friendly)πιο φιλικός περίφρ
  φιλικότερος επίθ
  (μεταφορικά)πιο θερμός περίφρ
  θερμότερος επίθ
 The relationship between the two brothers is warmer nowadays.
warmer,
getting warmer
adj
figurative (guess: closer)πλησιάζω ρ μ
  είμαι κοντά περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Your last guess was warmer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warm adj (not quite hot)ζεστός επίθ
 The baby likes his milk warm.
 We've had some lovely warm weather this spring.
 Το μωρό θέλει το γάλα του ζεστό.
warm adj (good at retaining warmth)ζεστός επίθ
 This is a warm blanket, not like that thin one.
 Αυτή είναι ζεστή κουβέρτα, όχι σαν εκείνη τη λεπτή.
warm adj (affectionate)ζεστός, θερμός επίθ
 I like her warm manner. She really treats us well.
 Μου αρέσει η ζεστή (or: θερμή) της συμπεριφορά. Μας φέρεται πολύ καλά.
warm [sth] vtr (heat)ζεσταίνω ρ μ
  θερμαίνω ρ μ
 You should warm the baby's milk before feeding it to him.
 Πρέπει να ζεσταίνεις το γάλα του μωρού πριν το ταΐσεις.
warm [sth/sb] vtr (make warm)ζεσταίνω ρ μ
  θερμαίνω ρ μ
 I'll warm some leftovers for lunch.
 Θα ζεστάνω λίγο φαγητό που είχε μείνει για μεσημεριανό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warm adj (enthusiastic)θερμός, ζεστός επίθ
 The athletes received a warm reception on arrival in the host country.
warm adj (excited) (καθομιλουμένη, άκομψο)αναμμένος, ξαναμμένος επίθ
Σχόλιο: Εναλλακτικά μπορεί να αποδοθεί περιφραστικά, π.χ. «Τα αισθησιακά χάδια του την ερέθισαν.»
 His sensual caresses made her feel warm all over.
 Τα αισθησιακά χάδια του την έκαναν να νιώσει ξαναμμένη.
warm,
getting warm
adj
(close to the target or secret) (μεταφορικά)πλησιάζω ρ αμ
  είμαι κοντά ρ έκφρ
  είμαι σε καλό δρόμο έκφρ
 It isn't Paul, but you're getting warm. His name does begin with a P.
 Δεν είναι ο Πωλ, αλλά πλησιάζεις. Το όνομά του όντως αρχίζει με Π.
 Δεν είναι ο Πωλ, αλλά είσαι κοντά. Το όνομά του όντως αρχίζει με Π.
 Δεν είναι ο Πωλ, αλλά είσαι σε καλό δρόμο. Το όνομά του όντως αρχίζει με Π.
warm adj (of colours: red, orange, yellow)ζεστός, θερμός επίθ
 I like orange. Such a warm colour compared to blue.
warm adj (scent: recently left)πρόσφατος, φρέσκος επίθ
 The dog smelled a warm scent and followed it.
warm adj (erotic)θερμός επίθ
 She had a warm caress and made him feel sexy.
the warm n (surrounding warmth)ζέστη ουσ θηλ
  ζεστασιά ουσ θηλ
 You must be cold! Come into the warm.
warm vi (become warm)ζεσταίνομαι ρ αμ
  θερμαίνομαι ρ αμ
Σχόλιο: Για την αίσθηση ζέστης από ανθρώπους/ζώα λόγω της θερμοκρασίας χρησιμοποιείται μόνο το ζεσταίνομαι.
 The weary traveler came in to warm by the fire.
warm [sb] vtr figurative (fill with affection)γεμίζω ζεστασιά, γεμίζω τρυφερότητα περίφρ
 Her sunny smile warms me each morning.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
warm | warmer
ΑγγλικάΕλληνικά
warm down vi phrasal (sports)αποθεραπεία ουσ θηλ
warm [sth] over,
warm over [sth]
vtr phrasal sep
informal (food: reheat)ζεσταίνω ρ μ
 They warmed over some food that was left from the night before.
warm up vi phrasal (get warmer)ζεσταίνομαι ρ αμ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is or modifies a noun.
 Let's go inside and warm up; we've been out here too long.
 Ας πάμε μέσα να ζεσταθούμε. Παραμείναμε εδώ έξω.
warm up vi phrasal (do preparatory exercise)προθερμαίνομαι ρ αμ
  κάνω ζέσταμα περίφρ
 Let's warm up a little before we start running.
 Ας κάνουμε λίγο ζέσταμα πριν αρχίσουμε το τρέξιμο.
warm [sth/sb] up vtr phrasal sep (make warmer)ζεσταίνω ρ μ
  θερμαίνω ρ μ
 I lit a fire to warm up the house.
 Άναψα μια φωτιά για να ζεστάνω το σπίτι.
warm [sth] up,
warm up [sth]
vtr phrasal sep
(heat, reheat)ζεσταίνω ρ μ
  (εκ νέου)ξαναζεσταίνω ρ μ
 Sally warmed up a piece of pie for dessert.
 Η Σάλι ζέστανε ένα κομμάτι πίτα για επιδόρπιο.
warm [sb] up vtr phrasal sep figurative (audience: prepare for main act)προετοιμάζω ρ μ
 The comic warmed up the audience with jokes and silly pranks.
 Ο κωμικός προετοίμασε το κοινό με αστεία και χαζές φάρσες.
warm up to [sth] (US),
warm to [sth] (UK)
vtr phrasal insep
(become more in favor of [sth])αρχίζω να είμαι θετικός για κτ
  αρχίζει να μου αρέσει κτ έκφρ
 Alice is warming to the idea of getting a dog after looking after a friend's puppy for a week.
warm up to [sb] (US),
warm to [sb] (UK)
vtr phrasal insep
(come to like [sb] better)αρχίζω να συμπαθώ κπ έκφρ
 I didn't like my new boss at first, but I'm slowly warming up to her.
wrap up warm,
wrap up warmly
vi phrasal + adv
informal (dress in warm clothing)ντύνομαι καλά, ντύνομαι ζεστά ρ αμ + επίρ
  (καθομιλουμένη)τυλίγομαι ρ αμ
 When the temperature plummets, it is vital for the elderly to wrap up warm.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
warmer | warm
ΑγγλικάΕλληνικά
bedpan,
bed warmer
n
historical (for warming bed)θερμαντήρας κρεβατιού φρ ως ουσ αρσ
 The housemaid slid the copper bedpan beneath the sheets.
bench warmer n figurative, informal (sport: substitute player)που κάνει μόνο για τον πάγκο έκφρ
  (μεταφορικά, αργκό: πιο γενικό)παλτό ουσ ουδ
  (μεταφορικά, καθομ, αποδοκιμασίας)αναπληρωματικός νεροκουβαλητής έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Ο αγγλικός όρος αναφέρεται στον παίκτη που είναι μονίμως αναπληρωματικός.
 Elaine was ready to show that she was more than just a bench warmer.
 Η Ελέιν ήταν έτοιμη να δείξει ότι δεν κάνει μόνο για τον πάγκο.
getting warmer interj informal, figurative (used to acknowledge a good guess) (μεταφορικά)κοντά είσαι επίφ
  πλησιάζεις επίφ
leg warmer n usually plural (woolly leg garment)γκέτα ουσ θηλ
 Leg warmers were all the rage in the 80s.
neck warmer n (cowl or short scarf) (μεταφορικά: για ζέστη)λαιμός ουσ αρσ
  γιακάς ουσ αρσ
 This neck warmer is ideal for all outdoor activities.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση foot warmer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «foot warmer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!